
«Ψυχολογία και Διαβήτης»: Συγκοινωνούντα Δοχεία
Η διάγνωση του διαβήτη σηματοδοτεί την έναρξη ενός μακροχρόνιου και δύσκολου ταξιδιού. Το άτομο που διαγιγνώσκεται καλείται να λειτουργεί υπό νέες συνθήκες, ενώ γίνεται μάρτυρας αλλαγών σε σωματικό, ψυχολογικό και κατ’επέκταση διαπροσωπικό επίπεδο. Οι υποχρεώσεις αυτοδιαχείρισης της πάθησης λαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητας και συχνά, ειδικά στην αρχή που το άτομο δεν έχει ακόμα βρει τις καινούριες ισορροπίες του, μπορεί να προκαλέσουν δυσφορικά συναισθήματα. Τα συναισθήματα αυτά λειτουργούν επιβαρυντικά στον ψυχισμό του ανθρώπου με διαβήτη, συσσωρεύονται και πολλές φορές είναι υπεύθυνα για τη μη συμμόρφωση στο θεραπευτικό πλάνο και την ασυνέπεια στις ιατρικές επισκέψεις, για την υιοθέτηση ή τη διατήρηση συμπεριφορών βλαπτικών για την υγεία.
Έρευνες καταδεικνύουν ότι οι περισσότερες μακροπρόθεσμες επιπλοκές των μεταβολικών νοσημάτων μπορούν να καθυστερήσουν ή και να προληφθούν όταν υπάρχει κατάλληλη ιατρική φροντίδα και ενεργή αυτοδιαχείριση. Κάτι τέτοιο όμως αποδεικνύεται δύσκολο. Η ποιοτική ζωή με τον διαβήτη απαιτεί χρόνο, γνώση και προσπάθεια. Τα επιστημονικά δεδομένα και η κλινική εμπειρία μαρτυρούν ότι πολλοί άνθρωποι συγκλονίζονται, απογοητεύονται ή εξουθενώνονται ψυχολογικά και σωματικά από τις καθημερινές δυσκολίες και από τις ατελείωτες, συχνά επαχθείς, απαιτήσεις αυτοεξυπηρέτησης. Πολλές φορές οι ίδιοι εκφράζουν έντονο στρες, θυμό, ενοχή, κατάθλιψη, φόβο, αισθήματα απελπισίας. Η εύθραυστη ψυχολογική ισορροπία μπορεί να έχει συνέπειες στη λειτουργικότητα, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην οικογενειακή δυναμική, στην επαγγελματική απόδοση. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να παρατηρηθεί και προοδευτική κοινωνική απόσυρση, μείωση της ικανοποίησης από τη ζωή ή/και υιοθέτηση πρακτικών που βλάπτουν την υγεία, όπως οι καταχρήσεις, η απουσία κίνησης κ.α.
Εάν το δούμε ακόμα και πριν την πρώτη διάγνωση του διαβήτη, δεκαετίες έρευνας σε σχέση με τα αίτια εμφάνισης, την πορεία, αλλά και την πρόγνωση των μεταβολικών νοσημάτων έχουν αναδείξει τον σημαίνοντα ρόλο της ψυχολογίας στις διαδικασίες του μεταβολισμού. Έως και σήμερα γνωρίζουμε ότι το παραγωγικό άγχος, δηλαδή το άγχος που κρατά το άτομο κινητοποιημένο και ενεργό, βοηθά στη διατήρηση της ομοιόστασης του οργανισμού. Ωστόσο, το υπερβολικό άγχος, δηλαδή το άγχος που δε μπορούμε να διαχειριστούμε συναισθηματικά, επιδρά αντίθετα, διαταράσσοντας τις φυσιολογικές λειτουργίες του σώματός μας. Επιπτώσεις παρατηρούνται συνήθως στην αντίσταση στην ινσουλίνη, στην ομοιόσταση της γλυκόζης και των λιπιδίων, καθώς και στις διαδικασίες γήρανσης. Όπως καταδεικνύεται σταθερά, οι στρεσογόνοι παράγοντες στο σπίτι, στον χώρο εργασίας και σε άλλα κοινωνικά πλαίσια σχετίζονται με επιταχυνόμενη γήρανση και με μεταβολικές και ανοσολογικές αλλοιώσεις. Παράλληλα, η πιθανότητα εμφάνισης κλινικών καταστάσεων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και η ηπατική στεάτωση απαντάται αυξημένη σε άτομα με δυσμενείς παιδικές εμπειρίες (πχ. τραυματικό διαζύγιο, ιατρικές καταστάσεις, πένθος, φυσικές καταστροφές, πόλεμος, κακοποίηση) ή μακροχρόνιο ή σοβαρό στρες στην εργασία ή στην ιδιωτική ζωή. Ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο αυξημένος κίνδυνος μεταβολικών διαταραχών συχνά εντοπίζεται πως συνυπάρχει και με άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με το στρες, όπως διαταραχές ψυχικής υγείας, καρδιαγγειακές παθήσεις και αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις. Οπότε, συνήθως, όταν μιλάμε για μεταβολικές διαταραχές, εν προκειμένω για διαβήτη, μιλάμε για ένα σύνολο προβλημάτων υγείας που ανακύπτουν και εξελίσσονται στενά συνυφασμένα με την ψυχολογία.
Προκειμένου να γίνουν όλα τα παραπάνω πιο κατανοητά όμως, ας πάρουμε το παράδειγμα μιας γυναίκας με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2 που εργάζεται ως γραμματέας σε μια μεγάλη εταιρεία. Αυτή η γυναίκα βιώνει καθημερινό χρόνιο στρες. Οι απαιτήσεις της δουλειάς είναι πολλές και διαφορετικές και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις της δεν σταματούν έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Και ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η γυναίκα, εκτός από τον ρόλο της επαγγελματία, εκπληρώνει και άλλους κοινωνικούς ρόλους (πχ. μητέρα, σύζυγος κλπ.). Η ίδια γυναίκα, παρόλο που μπορεί να εμφανίζεται απολύτως λειτουργική στην οικογένεια και το επαγγελματικό της περιβάλλον, έχει ξεχάσει και δεν προλαβαίνει να φροντίζει τον εαυτό της, με ο,τι συνεπάγεται η αυτοφροντίδα για εκείνη. Ως συμπεριφορές αυτοφροντίδας μπορούμε να ορίσουμε την οργάνωση και την καθαριότητα του χώρου μας, την προσωπική υγιεινή, τον καλλωπισμό, την πρόνοια για τη διατροφή μας και την προσεκτική παρασκευή των γευμάτων μας, τα απαραίτητα ραντεβού με τον γιατρό μας, τη συνέπεια στη λήψη των φαρμάκων μας, τις δραστηριότητες που απολαμβάνουμε να κάνουμε έξω από το σπίτι μας, τις συναντήσεις με τους φίλους μας, τον χρόνο με την οικογένειά μας, τον χρόνο που κρατάμε αποκλειστικά για εμάς.
Το πιο πιθανό είναι αυτή η γυναίκα να αναζητήσει τρόπους άμεσης αποσυμπίεσης. Μπορεί να στραφεί στο φαγητό, στο αλκοόλ, το τσιγάρο. Επίσης, το πιο πιθανό είναι να μην κοιμάται αρκετά, και αυτές οι λίγες ώρες ύπνου να μην είναι ποιοτικές. Μπορεί να αρχίσει να αποσύρεται κοινωνικά, να μη συναντά αγαπημένους της φίλους, να «κλείνεται» στον εαυτό της. Όλες αυτές είναι συμπεριφορές επιβαρυντικές για τη σωματική και ψυχική υγεία. Είναι σημαντικό, επομένως, να είμαστε σε θέση να τις εντοπίζουμε είτε στον εαυτό μας είτε στους αγαπημένους μας ανθρώπους, ακόμα και όταν φαινομενικά όλα είναι καλά.
Απέναντι στην πολυπαραγοντικότητα του διαβήτη, οφείλουμε να σκεπτόμαστε και να δρούμε ολιστικά. Διότι πως είναι δυνατόν να μιλάμε για συμμόρφωση στη θεραπεία για έναν άνθρωπο που, για παράδειγμα, δεν έχει υποστηρικτικό περιβάλλον, βλέπει τον γιατρό του μία στο τόσο, πολλές φορές ούτε καν τον ίδιο γιατρό. Ή πώς μπορεί να μιλάμε για υιοθέτηση συνηθειών που προάγουν την υγεία (πχ. δραστηριότητες εκτός σπιτιού, άθληση, τακτική προετοιμασία σωστών γευμάτων-υγιεινή διατροφή) όταν το άτομο με διαβήτη δεν είναι καλά ψυχολογικά και συνεπώς δεν είναι σε θέση να στηρίξει τέτοιου είδους δεσμεύσεις; Ειδικά όσον αφορά το ψυχολογικό κομμάτι, οι επαγγελματίες υγείας σπανίως εντοπίζουν τη δυσφορία, την απογοήτευση, την κακή ψυχολογική κατάσταση του θεραπευόμενού τους, διότι αυτή είναι καλά κρυμμένη πίσω από μια φαινομενική λειτουργικότητα.
Επομένως, δεδομένου ότι ο διαβήτης, όπως και οποιοδήποτε άλλο χρόνιο νόσημα, απαιτεί βιοψυχοκοινωνική προσέγγιση, εκτός από τον γιατρό ο οποίος θα φροντίσει τις οργανικές πτυχές της νόσου, χρειάζεται να αναζητήσουμε τον εξειδικευμένο ψυχολόγο που θα βοηθήσει το άτομο να διαχειριστεί τα ψυχολογικά αδιέξοδα που υπάρχουν στην καθημερινότητα της ζωής.
Ψυχικός και ο οργανικός παράγοντας συμπορεύονται και επιδρούν παράλληλα στην υγεία του ανθρώπου. Κανένα θεραπευτικό πλάνο δε μπορεί να λειτουργήσει, εφόσον ο ίδιος ο άνθρωπος που πάσχει από το μεταβολικό νόσημα, αλλά και οι θεράποντες ιατροί του δεν αναγνωρίσουν τη σημαντική συνιστώσα του ψυχισμού στο πρόβλημα και δε συνειδητοποιήσουν ότι η αποτελεσματική διαχείριση οποιασδήποτε χρόνιας νόσου προϋποθέτει καλή ψυχολογία.
Θα ακολουθήσουν παραδείγματα ψυχολογικής ενδυνάμωσης σε επόμενο άρθρο.
Σχετικά Άρθρα
«Ψυχολογία και Διαβήτης»: Συγκοινωνούντα Δοχεία
Η διάγνωση του διαβήτη σηματοδοτεί την έναρξη ενός μακροχρόνιου και δύσκολου...
Νέοι Γονείς: «Εκπληρώνοντας τον πιο υπεύθυνο ρόλο» (Μέρος α)
Τα ζευγάρια που γίνονται για πρώτη φορά γονείς συχνά μιλούν για μία από τις πιο...
Ψυχολογική Υποστήριξη σε Γυναίκες με Καρκίνο του Μαστού
Η σωματική και ψυχολογική καταπόνηση που βιώνουν οι γυναίκες στη μάχη τους με τη...
«Η μαγεία των Χριστουγέννων στην υπηρεσία της ψυχικής σου υγείας»
Όλοι έχουμε ακούσει για τη μελαγχολία των γιορτών. Η σύνδεση των Χριστουγέννων...




